• ISBN: 978-960-303-065-2
  • Σελίδες: 100
  • Επιπλέον Πληροφορίες:
    Εισαγωγή - Μετάφραση: Δημήτρης Δεληολάνης

Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη του Νικηφόρου Φωκά

10,60

Περίληψη

«Επί βασιλείας του Νικηφόρου οι Ασσύριοι δεν θα μπορέσουν να αντισταθούν στους Έλληνες… Μετά τον θάνατό του θα έρθει ένας χειρότερος (φοβάμαι όμως πως χειρότερος δεν γίνεται) και πιο δειλός. Στη βασιλεία του οι Ασσύριοι μοιραία θα υπερισχύσουν και θα κατακτήσουν μέχρι και τη Χαλκηδόνα… Ο βασιλιάς των Ελλήνων είναι μαλλιαρός, φοράει χλαμύδα με μακριά μανίκια και γυναικείο μανδύα, είναι ψεύτης, απατεώνας, αδυσώπητος, πονηρή αλεπού, υπερόπτης, ψευδοταπεινόφρων, τσιγκούνης, πλεονέκτης, τρώει σκόρδο, κρεμμύδια και πράσα…». Πιθανόν σκοπός του κληρικού πρέσβη να ήταν να αποβάλουν οι δυτικοί αναγνώστες κάθε «σύμπλεγμα κατωτερότητας» προς την ανατολική αυτοκρατορία και να απομειωθεί η φήμη της. Ό,τι κι αν ήταν πάντως, μέσα από τη διήγησή του, φαίνεται ξεκάθαρα η δύναμη, το μεγαλείο, η λαμπρότητα, και η σχεδόν μαγική διάστασή της, την εποχή του Νικηφόρου Φωκά. Το 963 μ.Χ. ο γενναίος στρατηγός Φωκάς στέφεται αυτοκράτορας και λίγο αργότερα παντρεύεται τη Θεοφανώ. Συνέπεια της ανάδειξης ισχυρού αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη είναι η ανησυχία στην Αυλή του Όθωνος, ο οποίος σχεδιάζει επέκταση σε βάρος του ελληνικού θέματος στην Απουλία και Καλαβρία. Ο ένας τρόπος είναι η κατάκτηση, ο δεύτερος ο γάμος. Ο επίσκοπος της Κρεμώνας Λιουτπράνδος ως απεσταλμένος του βασιλιά αναλαμβάνει αυτό το προξενιό πηγαίνοντας στην Πόλη το 968 μ.Χ. Είναι η δεύτερη φορά που επισκέπτεται τη Βασιλεύουσα. Υπήρξε και τρίτη το 971 όπου στο ταξίδι της επιστροφής πεθαίνει. Το κείμενο που έγραψε γι’ αυτό το ταξίδι δεν στερείται λογοτεχνικής αξίας αλλά έχει μικρή ιστορική ή μάλλον ιδιάζουσα διότι καθώς βρίθει από υπερβολές, αβάσιμες κατηγορίες, πρωτοφανή εχθρότητα και φανταστικά γεγονότα, που έκπληκτος, θα διαπιστώσει ο οιοσδήποτε σημερινός αναγνώστης, αποτελεί ταυτόχρονα σημαντικό ντοκουμέντο για την ανίχνευση των ριζών του μισελληνισμού στη Δύση, που, απ’ ότι φαίνεται, ανιχνεύονται μέχρι τα χρόνια της ρωμαϊκής κατάκτησης.